Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ο Φίλης, τα φωνήεντα κι η θεία

"Αυτός ο απαίσιος χοντρός θέλει να απαγορέψει τα φωνήεντα!", μου είπε χθες η υπέργηρη θεία.

[Ε, λοιπόν, δεν έχω καταλάβει πώς είναι πάντα ενημερωμένη, ενώ οι γιατροί λένε πως η ακοή της έχει περιοριστεί στο 25%. Με τηλεπάθεια της τα μαθαίνει ο Μπάμπης;]

"Δεν σου έχω πει να μην βλέπεις Μέγκα και Σκάι;" της απαντώ ψύχραιμα. "Όλο ψέματα σου λένε. Υπάρχει γλώσσα χωρίς φωνήεντα;"
Αιφνιδιάζεται, αλλά συνεχίζει ακάθεκτη:
"Και επίσης απαγορεύει στους γονείς να λένε πριγκίπισσα και βασιλόπουλο τα παιδιά τους".
Της εξηγώ πως, το μεν πρώτο ουδέποτε το είπε ο Φίλης, το δε δεύτερο είναι διαστρέβλωση της πρότασης του συμβουλίου.
"Αυτόν τον Φίλη δεν μπορώ να τον βλέπω", ξαναλέει.
"Δηλαδή τον Βενιζέλο μπορούσες; Ή βρίσκεις συμπαθή τα μούτρα του Φλαμπουράρη και του Δραγασάκη; Αυτούς φαντάζομαι πως δεν τους παίζει ο Σκάι. Γιατί, άραγε;"

[Δεν είναι πως συμπαθώ τον Φίλη. Δεν ανέχομαι, όμως, να διαμορφώνει την αισθητική σου το Μέγκα ή να βρίζεις έναν άνθρωπο επειδή είναι κακοφτιαγμένος. Μπορείς όμως άνετα να τον βρίζεις για τα έργα του.]

"Αμ' το άλλο; Που κάνουν τζαμί την Αγιασοφιά;", επιμένει πεισματικά.

[Είναι προφανές ότι, παρά τα τόσα τουρκικά σίριαλ, δεν έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η Κωνσταντινούπολη λέγεται Ισταμπούλ.]

"Το κοράνι διάβασαν. Κι ύστερα, εσένα τι σε κόφτει για την Αγιασοφιά; Δεν ακούω να διαμαρτύρεσαι για το Ελληνικό".
"Μα θα το κάνουν ωραίο. Όχι όπως τώρα, που είναι σκουπιδότοπος".
"Μπα; Για ποιους θα το κάνουν ωραίο; Οι δημότες, πάντως, θέλουν να γίνει πάρκο", επιμένω.
"Τι σαχλαμάρες λες; Αφού δεν έχουμε λεφτά."
"Α, ναι; Και τότε γιατί το πουλήσαμε τόσο φθηνά;"

[Εδώ καταπίνει τη γλώσσα της. Είναι η σειρά μου να απορήσω: ώστε το ξέρει, και παρ' όλα αυτά συναινεί σε ένα ξεπούλημα που θα αλλάξει για πάντα την παραλία της Αττικής.]

"Είδες ο Ερντογάν; Απειλεί ότι θα στείλει κι άλλους μουσουλμάνους", αλλάζει αμέσως θέμα.
Σηκώνω τους ώμους, κι εκείνη το παίρνει προσωπικά:
"Εσένα μπορεί να μην σε νοιάζει, αλλά εμείς στο κέντρο έχουμε γεμίσει. Δεν τολμώ να βγω από την πόρτα μου".
"Κάθονται απέξω; Δεν είδα κανέναν".
"Το βράδυ φοβάμαι. Όχι πως θα έβγαινα, ούτως ή άλλως. Πάντως έχουμε γεμίσει. Είναι πολλοί".
"Πενήντα χιλιάδες είναι, βρε θεία. Όσοι και οι φοιτητές του Καποδιστριακού. Και σκορπισμένοι σε όλη την Ελλάδα. Αν τους φροντίσουμε, τα παιδιά τους θα είναι Ελληνάκια σε λίγο".
Με κοιτάζει, χαμηλώνει το βλέμμα και ρίχνει τη θανατηφόρα ατάκα:
"Εμ' βέβαια. Αφού τα δικά μας Ελληνάκια έχουν φύγει... "

Καμιά φορά δικαιώνω αυτούς που έλεγαν το 2012 να κρύψουμε τα εκλογικά βιβλιάρια των παππούδων, για να μην ψηφίσουν Σαμαρά.
Το πρόβλημα είναι πως η μόνιμη συντροφιά των 70 άνω είναι η τηλεόραση. Οι περισσότεροι δεν έχουν χόμπι, δεν διαβάζουν βιβλία, δεν περπατούν. Το πολύ πολύ να πάνε ώς το καφενείο, όπου θα ακούσουν σε περίληψη ή στολισμένα με άφθονη σάλτσα όσα τους διέφυγαν την προηγούμενη μέρα. Το ιδανικό κοινό για τους συνοφρυωμένους τηλεαστέρες.

Σε μια χώρα όπου η υπογεννητικότητα είναι πρόβλημα ήδη από τη Μεταπολίτευση, η τεράστια ανεργία, η μαύρη εργασία και η μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων υπονομεύουν το μέλλον της. Το αποτέλεσμα είναι η ροπή προς τη συντήρηση, η οποία ενισχύεται από το προσφυγικό πρόβλημα. Και δεν βλέπω κανέναν να βιάζεται να το λύσει.
Αντίθετα, οι γνωστοί ιερωμένοι έχουν αποχαλινωθεί. Ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων απαγόρεψε τους κουμπαράδες για το Χαμόγελο του Παιδιού, επειδή στερούν χρήματα από... τις εκκλησίες!
Ακούγεται πως η σχέση κράτους-εκκλησίας θα τεθεί επί τάπητος. Είναι κάτι που αναμένω από την πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, και ήταν το θέμα που έφαγε τον Τρίτση. Μάλλον δεν θα το δω σε αυτή τη ζωή...

Ατενίζοντας το μέλλον...

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Στην Κυρία του τρένου

Καθόμουν στον ηλεκτρικό και διάβαζα, ακούγοντας μουσική με το ένα μόνο ακουστικό. Ήταν αργά το απόγευμα και πήγαινα να συναντήσω κάτι παλιούς φίλους.
Το ημερολόγιο έγραφε 2011 ή 2012: είμασταν ήδη σε μνημόνιο, μα δεν είχαν ακόμα μεταταγεί δεκάδες μηχανοδηγοί, οι συρμοί ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση και τα δρομολόγια συχνά.
Ξαφνικά, με το ελεύθερο αφτί "έπιασα" πολύ κοντά μου μια σιγανή γυναικεία φωνή που έλεγε πως είχε απολυθεί στα πενήντα της και δεν είχε κανέναν στον κόσμο.
Έβγαλα τα γυαλιά μου και στράφηκα: μια γυναίκα στεκόταν ευθυτενής και μας ζητούσε ντροπαλά "μια μικρή βοήθεια". Μελαχροινή, με τραβηγμένα τα μαλλιά σε κότσο, αδύνατη και απλά ντυμένη.

Εκείνο που με εντυπωσίασε ήταν η λίγο μπάσα μα απαλή φωνή και κυρίως το θλιμμένο βλέμμα. Όταν της έδωσα ένα κέρμα, μου χαμογέλασε και απομακρύνθηκε. Τη συνάντησα αρκετές φορές ακόμα εκείνη τη χρονιά. Μιλούσε τόσο σιγανά, που οι περισσότεροι επιβάτες δεν την άκουγαν. Δεν έμοιαζε με τους άλλους επαίτες που κραυγάζουν, αφηγούμενοι απίθανες τραγωδίες.

Για κανα-δυο χρόνια την έχασα. Μάλλον δεν συνέπιπταν οι ώρες μας. Ένα βραδάκι άκουσα πάλι την ίδια φωνή. Η όψη της, όμως, ήταν γερασμένη: βαθιές ρυτίδες αυλάκωναν τα μάγουλα, κάποια δόντια έλειπαν, η πλάτη είχε καμπουριάσει.
Πλέον πουλάει χαρτομάντηλα. Είναι πολύ φτωχικά ντυμένη, και η θλίψη της σου ματώνει την ψυχή.
Όμως διατηρεί πάντα εκείνη την αξιοπρέπεια μιας άλλης εποχής. Τότε που οι άνθρωποι δεν κραύγαζαν και δεν περιέφεραν την προσωπική τους ζωή σε γνωστούς και αγνώστους.

Αν τη δείτε, και κυρίως αν την ακούσετε, αγοράστε ένα πακέτο χαρτομάντηλα. Όχι από οίκτο. Σαν ένα ευχαριστώ προς μια Κυρία που διατήρησε τον αυτοσεβασμό της, ακόμα και μέσα στη φτώχεια.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

"Κάποιος μας θυμήθηκε"

Αργά τη νύχτα της Κυριακής, η φωνή της στο σκάιπ διακοπτόταν από λυγμούς:

"Είμαι... τόσο συγκινημένη! Αφιέρωσε τη νίκη... σε εμάς... που ξενιτευτήκαμε... που η πατρίδα μάς έδιωξε! Επιτέλους... κάποιος μας θυμήθηκε... εμάς, που δεν είχαμε λεφτά για να έρθουμε, ούτε το δικαίωμα να ψηφίσουμε εδώ."

Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: "Κλαίω συνεχώς... Οι φίλοι μου στο φέισμπουκ πανηγυρίζουν και κλαίνε επίσης. Είναι... σπουδαίο πράγμα να ελπίζεις πως σε δύο, σε τρία χρόνια, ίσως... σου δοθεί η ευκαιρία... να επιστρέψεις. Ύστερα από τόσα που περάσαμε εδώ πέρα... που μας κορόιδευαν και μας αντιμετώπιζαν σαν απατεώνες ή ζητιάνους... ".

Σταμάτησε για λίγο.Δεν τη διακόψαμε. Ήταν η πρώτη φορά που έκλαιγε από χαρά κι όχι από πίκρα και οργή επειδή κάποιος είχε θεωρήσει δικαίωμά του να την προσβάλει ή να βρίσει την Ελλάδα. Χωρίς να καταλαβαίνει, ο ηλίθιος, πως ό,τι αφαιρούσαν από εμάς οι παγκόσμιοι κερδοσκόποι, θα το αφαιρούσαν αργότερα κι από αυτόν.

"Τώρα πια ελπίζουμε ότι σε λίγα χρόνια θα υπάρξει η δυνατότητα να γυρίσουμε. Και πως... η παραμονή στην ξενιτιά θα είναι προσωπική επιλογή και όχι καταναγκασμός. Είμαι τόσο ευτυχισμένη απόψε! Σαν να ζω ένα όνειρο... και δεν θέλω να τελειώσει..."

Η φωτογραφία ανέβηκε από τον χρήστη του twiter Todos Somos Griegos

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Α, ρε Σταυρούλα!

Σαββατόβραδο. Αύριο αλλάζει κι η ώρα. Μην το ξεχάσετε και χάσετε τα ραντεβού σας.
Για απόψε, σας έχω μια αγγελία που κάποια ρομαντική σαλονικιώτικη ψυχή κόλλησε σε στάση της Τούμπας:
http://www.parallaximag.gr/city/stayroyla-den-mas-psekazane

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Αποχωρισμοί

"Φεύγω, φεύγω, κάθε μέρα φεύγω", τραγουδάει ο Ορφέας Περίδης στο ραδιόφωνο.
"Βαλτός είναι;", σε ρωτάει με θλιμμένο χαμόγελο. Αποστρέφεις το βλέμμα, για να μην δει ότι βούρκωσες.

Στο αεροδρόμιο ουρές από νέα παιδιά που φεύγουν για Βρετανία και Σκανδιναβικές χώρες. Την αγκαλιάζετε δακρυσμένοι. "Να προσέχετε", σας λέει τρυφερά.
Δείχνει το διαβατήριο στον υπάλληλο. Σας χαμογελάει, προτού μπει στο "Hellenic Gourmet", για να πάρει το απαραίτητο βιολογικό ελαιόλαδο και το λικέρ μαστίχα. "Τα άλλα τα βρίσκω κι εκεί". Πληρώνει και παίρνει τη σακούλα.

Κουνάει το χέρι σε αποχαιρετισμό. Διαβάζεις τα χείλη της: "Σας αγαπάω". "Κι εμείς". Ο κόμπος στο λαιμό σε πνίγει. Απομακρύνεται, με το βήμα του ανθρώπου που νιώθει άνετα στα αεροδρόμια.

Η μετανάστευση θεωρούνταν επιλογή πριν από μερικά χρόνια. Τώρα η Ελλάδα διώχνει τα παιδιά της. Δεν μπορεί να τα θρέψει. Δεν περίσσεψε τίποτε από τις ακρίδες. Πληρώνετε στο μηχάνημα και παίρνετε το αυτοκίνητο. Ένα μήνυμα στο κινητό: "Όταν φτάσετε σπίτι, κάνε αναπάντητη. Μην στενοχωριέστε. Θα ξανάρθω".

Θα ξανάρθει. Κι εσύ εύχεσαι να έχεις και τότε τη δυνατότητα για το οικογενειακό τραπέζι, να μένετε ακόμα στο σπίτι σας, να είστε όρθιοι κι όχι σκυφτοί.
Ελπίζεις να μην ξαναδεί τη χώρα της ταπεινωμένη, να μην επιλέξει ο λαός τα τέρατα, να έχουν τιμωρηθεί οι υπαίτιοι.

Φτάνοντας σπίτι, κάνεις αναπάντητη, ανάβεις το ραδιόφωνο για να διώξεις τη θλίψη και κλειδώνεις την πόρτα. Δεν περιμένετε κανέναν απόψε...

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Πάει κι αυτός ο χρόνος!

Γρήγορα πέρασαν οι μέρες, ξενάκια μου. Φύγατε πάλι, κυνηγώντας τα όνειρά σας.  

Όσο κι αν είχαμε προετοιμαστεί -διαβλέποντας από τότε πως η Ελλάδα θα βούλιαζε κάποια στιγμή από τη διαφθορά και την ατιμωρησία-, όσο κι αν η επιλογή μας ήταν να μην αναζητήσουμε προσβάσεις σε αυτό το αηδιαστικό σύστημα που απορρίψαμε, ο πόνος μας είναι ίδιος σε κάθε αποχαιρετισμό.

Όμως, πατρίδα είναι όλος ο πλανήτης. Ας μην την περιορίζουμε σε αυτή την άκρη της γης. Κρατήστε τις αρχές σας, φυλάξτε τις αξίες σας. Και με γενναία καρδιά, αγωνιστείτε για όσα πιστεύετε κι ελπίζετε. Καλοί άνθρωποι υπάρχουν παντού. Αναζητήστε τους. Και κάντε τους φίλους και συνοδοιπόρους σε αυτό το ταξίδι.

Καλά ταξίδια, μάτια μου, στις θάλασσες του κόσμου

Για σένα, κορίτσι μου, που αντικρίζεις το λιμάνι, οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, από τη φωνή του Μητροπάνου:

Όταν ο άνεμος φυσά
κι οι άνθρωποι σωπαίνουν
κάτι σκιές με προσκαλούν
στις έρημες μαρίνες
τα πλοία των ερώτων μας
μου δείχνουν που πεθαίνουν
και τριγυρνούν στην πλώρη τους
νεράιδες και σειρήνες


Πάνω στον πάγκο ενός καφέ
τα βρόχινα τους μάτια
για τα ναυάγια με ρωτούν
και της ζωής το ψέμα
κι εγώ δειλά τους απαντώ
κοιτώντας τα κατάρτια
η δύση κι η ανατολή
έχουν το ίδιο αίμα


Έτσι στα καθημερινά
αμήχανοι γυρνάμε
παιδιά που παίζουν στη βροχή
με τρυπημένη μπάλα
μα κάποιος γέρος ναυτικός
μας είχε πει θυμάμαι
πως πάντα μέσα μας θα ζουν
τα μπάρκα τα μεγάλα


Τρικάταρτο η αγάπη σου
και ο καιρός αρμύρα
μια Κυριακή σ’αντίκρισα
και μού’κλεψες το φως μου
ό,τι με πνίγει ν’αγαπώ
είν’η δική μου μοίρα
καλά ταξίδια, μάτια μου,
στις θάλασσες του κόσμου ...




Και για σένα, κορίτσι μου, που αποχαιρετήσαμε σήμερα, οι στίχοι του Γιώργου Βιζυηνού, σε μουσική Γιάννη Σπανού και με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου:

Φουρτούνιασεν η θάλασσα
και βουρκωθήκαν τα βουνά,
είναι βουβά τ’ αηδόνια μας
και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή,
παιδί μου, ώρα σου καλή!


Βουίζει το κεφάλι μου
σαν του χειμάρρου τη βοή,
ξηράθηκαν τα χείλη μου
και μου εκόπηκι η πνοή
σ’ αυτό το ύστερο φιλί,
παιδί μου, ώρα σου καλή!


Να σε παιδέψει ο πλάστης μου,
καταραμένη ξενιτιά,
μας παίρνεις τα παιδάκια μας
και μας αφήνεις στη φωτιά,
και πίνουμε τόση χολή
όταν τα λέμ’ "ώρα καλή!"

.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Η πρώτη μας γλυκιά αγάπη

Ο φίλος μπλόγκερ Ρήγας μάς θυμίζει την πρώτη μας αγάπη και παντοτινή:

http://rigasili.blogspot.com/2010/06/blog-post_9202.html

και τη μικρή της ιστορία:

http://www.capital.gr/weekend_articles.asp?id=989312

Ποτέ δεν μπορούσα να επιλέξω ψύχραιμα μεταξύ ION αμυγδάλου και Serano! Τρελαινόμουν και για τις δύο. Αχ, αυτές οι εκπληκτικές ελληνικές σοκολάτες που -για μένα- δεν συγκρίνονται με καμιάν άλλη! Και μην πιστεύετε σε μύθους...

Υ.Γ. Η φίλη Ρία με ενημέρωσε πως ο ιδιοκτήτης της ΙΟΝ προσλαμβάνει απολυμένους που απέχουν λίγα χρόνια από τη σύνταξη! Νομίζω πως έχουμε άλλον ένα σοβαρό λόγο για να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε την πρώτη μας αγάπη και παντοτινή, αλλά και τις άλλες γλυκιές αμαρτίες της σοκολατοβιομηχανίας μας!

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Καλύτερα να σε φοβούνται παρά να σε σέβονται!

Λέγαμε, λοιπόν, τις προάλλες ότι στην ελληνική μυθολογία το Κράτος και η Βία ήταν αδελφάκια. Έννοιες σύμφυτες, αλληλένδετες, αφού για πολλούς αιώνες η ζωή των ανθρώπων ήταν πολύ φθηνή στον «πολιτισμένο» κόσμο. Το ζητούμενο ήταν η Υποταγή.

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, που θεωρούσαν τον Φόβο ως το στερεότερο θεμέλιο του Κράτους, του είχαν αφιερώσει ιερό! Εξάλλου, η Βία χρησιμοποιούνταν τόσο εναντίον των πολιτών όσο και των γειτόνων, ακόμη κι αν δεν αποτελούσαν απειλή.  

Ένα διαχρονικό δείγμα πολιτικού κυνισμού διασώζει ο Θουκυδίδης στον περίφημο διάλογο Αθηναίων – Μηλίων (http://img.pathfinder.gr/clubs/files/61405/49.html). «Πρέπει να υποταχτείτε. Αν δεχτούμε τη φιλία σας, οι σύμμαχοί μας θα νομίσουν πως είμαστε ανίσχυροι», δηλώνουν οι Αθηναίοι στους Μηλίους και προχωρούν σε σφαγή των ενήλικων αρσενικών και εξανδραποδισμό των γυναικόπαιδων! 

Στο χριστιανικό Βυζάντιο, η Θεοδώρα φέρεται να είπε στον Ιουστινιανό «Το καλύτερο σάβανο είναι η εξουσία!», παροτρύνοντάς τον να μην υποχωρήσει στην εξέγερση των Πράσινων και των Βένετων. Πράγματι, ο αυτοκράτορας στέλνει τον στρατηγό Βελισάριο, ο οποίος σφαγιάζει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους μέσα στον βυζαντινό Ιππόδρομο (http://constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=12494). Αυτή η επονείδιστη σελίδα αποκαλείται Στάση του Νίκα.

Για τους Σκοτεινούς Αιώνες και τον Μεσαίωνα αρκούν τα ονόματά τους. Ωστόσο, παρά τα πολιτιστικά της επιτεύγματα, και η Αναγέννηση θα είναι μια εξαιρετικά βίαιη περίοδος, τόσο στην Ευρώπη όσο –κυρίως- στις αποικίες. 

Έπρεπε να φτάσουμε στα μέσα του 18ου αιώνα για να ανατείλει ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, ο οποίος κατήγγειλε το ρόλο της Εκκλησίας και διακήρυξε ότι έπρεπε να αναγνωριστούν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Πάντοτε, βέβαια, στην ευρωπαϊκή ήπειρο! Ακολουθούν δύο σημαντικές επαναστάσεις, η Γαλλική και η Αμερικανική, ενώ τον 19ο αιώνα η Βιομηχανική Επανάσταση στην Αγγλία θα καταπατήσει κάθε δικαίωμα, δίνοντας υλικό στους Μάρξ και Έγκελς.

Στη δεκαετία του 1950, και ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους, η Ευρώπη προσφέρει σε πολλούς από τους κατοίκους της το λεγόμενο «Κοινωνικό Κράτος»: σεβασμό στη ζωή και την ελευθερία, τροφή, στέγη, εκπαίδευση και εργασία. Σκοπός ήταν να εμποδιστεί η εξάπλωση των κομουνιστικών θεωριών, και, για σαράντα χρόνια περίπου, το σύστημα δούλεψε πολύ καλά.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όμως, άφησε τον καπιταλισμό να παίζει μπάλα μόνος του. Η εξέλιξη της τεχνολογίας, όπως λέει κι ο Thomas Friedman Το Lexus κι η Ελιά», Ωκεανίδα 2001), επιτρέπει στον καθένα να διαλύει οικονομίες με ένα απλό πάτημα κουμπιού! Πώς; Αγοράζοντας και πουλώντας μετοχές. Ο Φρίντμαν είπε βέβαια και την άλλη βλακεία, ότι «ποτέ δεν πολεμούν δύο χώρες που έχουν Μακντόναλντς (!!)», αλλά αυτή μπορεί να ανθολογηθεί στον ίδιο σκουπιδοντενεκέ με το «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα. 

Η απληστία απογειώθηκε, μαζί με τη σταδιακή μείωση των πετρελαϊκών αποθεμάτων. Ο εμφύλιος διέλυσε τη Γιουγκοσλαβία, ενώ ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999 από τον «Δημοκρατικό» Κλίντον διέλυσε και τις αυταπάτες μας ότι η Ευρώπη θα παρέμενε νησίδα ειρήνης! Οι πολεμικές βιομηχανίες πήραν νέες παραγγελίες, ενώ χρησιμοποιήθηκαν ευρέως οι βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου –ένα διαρκές έγκλημα, για το οποίο κανείς δεν μιλάει πια. 


Πριν από λίγο άκουσα ότι πέθανε ο μεγάλος ιστορικός, διανοητής και ακτιβιστής Howard Zinn, συγγραφέας του εξαιρετικού έργου Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών (μτφρ Θεόδωρου Καλύβα, Αιώρα, 2008). Όπως γράφει το TVXS, στην αυτοβιογραφία του (You Can't Be Neutral on a Moving Train, Beacon Press, Βοστόνη 2002) ο Zinn σημείωνε ότι η αντικειμενικότητα ουδέποτε υπήρξε στόχος στα μαθήματα που παρέδιδε. «Ήθελα οι φοιτητές να φεύγουν από την τάξη όχι απλά καλύτερα πληροφορημένοι, αλλά προετοιμασμένοι να παρατήσουν την ασφάλεια της σιωπής, πιο έτοιμοι να μιλήσουν, να δράσουν ενάντια στην αδικία όπου την έβλεπαν. Αυτή, φυσικά, ήταν μια συνταγή για φασαρίες». Καλό του ταξίδι…


Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Έναν μύθο θα σας πω...

Δεν αισθάνεστε σαν το κοτοπουλάκι, καμιά φορά;

(η εικόνα από το μπλογκ animalrightsgr.blogspot.com)

«Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σοφοί», παπαγαλίζουμε παιδιόθεν. Χμ, αν αναλογιστεί κανείς την άθλια συμπεριφορά τους απέναντι στα μεγαλύτερα και πιο ελεύθερα μυαλά της Αρχαιότητας –που πέθαναν στην εξορία ή καταδικάστηκαν να πιούνε δηλητήριο- την καταστροφική γοητεία που άσκησε στους Αθηναίους ο Αλκιβιάδης και τους εμφυλίους που οδήγησαν στην παρακμή και την υποταγή στους Ρωμαίους, το αξίωμα αυτό δείχνει κάπως σαθρό.


Ωστόσο, αν αναλύσει προσεκτικά την ελληνική μυθολογία (όπως έκανε πρώτος, θαρρώ, ο Παναγής Λεκατσάς), θα καταλήξει σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα: στη «Θεογονία» του, ο Ησίοδος αναφέρει ότι παιδιά της Στυγός –στα μαύρα νερά της οποίας ορκίζονταν με δέος οι θεοί- ήταν το Κράτος, η Βία, ο Ζήλος και η Νίκη. Όπου δεν πιάνει ο λόγος του Κράτους (Ζήλος), πίπτει ράβδος (Βία). Εμπρός, για τη Νίκη!
Αδελφάκια, λοιπόν, το Κράτος και η Βία! Και πιστοί υπηρέτες του Δία (Αισχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης).


Ο οποίος Δίας σκότωσε τον πατέρα του τον Κρόνο που καταβρόχθιζε τα παιδιά του για να μην του πάρουν το θρόνο, τον οποίο είχε πάρει από τον δικό του πατέρα, τον Ουρανό, που με τη σειρά του έθαβε τα παιδιά του στα Τάρταρα! Μύλος δηλαδή. Παιδοκτονίες, κανιβαλισμός και πατροκτονίες στο βωμό της λατρεμένης Εξουσίας. Και στη μέση οι μητέρες θεές, η Γαία και η Ρέα, οι οποίες κάθε φορά βοηθούσαν τη νέα γενιά να πάρει τα ηνία. Μμμ, ενδιαφέρον…
Ο Δίας δεν σκότωσε τα παιδιά του. Κατάπιε, όμως, την πρώτη του σύζυγο Μήνι που κυοφορούσε τον νέο σφετεριστή, αλλά του πρήστηκε το κεφάλι και χρειάστηκε την επέμβαση του Ήφαιστου, για να του το ανοίξει και να ξεπηδήσει από μέσα πάνοπλη η Αθηνά


Ας κάνω εδώ μια παρέκβαση, όπως έλεγε ένας αγαπημένος μου Δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο: ο Προμηθέας ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού και αδελφός του Επιμηθέα. Και οι δύο είχαν συνδράμει τον Δία στους αγώνες του για την εξασφάλιση της εξουσίας. Ετυμολογικά, «Προμηθέας» σημαίνει αυτός που σκέπτεται προτού μιλήσει, ενώ «Επιμηθέας» είναι ο ελαφρόμυαλος, αυτός που μιλάει χωρίς να σκεφτεί (διαχρονική αξία, θα έλεγα). Ο Δίας, λοιπόν, αφού σκότωσε τον πατέρα του και γκρέμισε στα τάρταρα τους εχθρούς του, κυβερνούσε παντοδύναμος, ενώ οι άνθρωποι υπέφεραν.. Γυμνοί απέναντι στα φυσικά φαινόμενα, πεινασμένοι και τρομοκρατημένοι, πέθαιναν σαν τις μύγες! Ο Προμηθέας τούς λυπήθηκε και τους έδωσε τη φωτιά που έκλεψε από την αστραπή του Δία ή, κατ’ άλλους, από το εργαστήρι του Ήφαιστου. 
Όμως, ο κάτοχος της εξουσίας δεν θέλει ευτυχισμένους τους εξουσιαζόμενους, διότι απειλείται. Κυρίως αν ο ίδιος είναι πραξικοπηματίας! Και ο Δίας διέταξε τον Ήφαιστο, το Κράτος και τη Βία να δέσουν τον Προμηθέα στον Καύκασο, για να του τρώει το συκώτι ο αετός στον αιώνα τον άπαντα (περιέργως, οι αρχαίοι γνώριζαν ότι το συκώτι αναπλάθεται). Τον δυστυχή απελευθέρωσε ο Ηρακλής, που περνούσε από τα μέρη εκείνα σαν περιπλανώμενος σαμουράι.


Όσο για τους ανθρώπους, ο μνησίκακος άρχοντας του Ολύμπου βρήκε μια ακόμα πιο σαδιστική τιμωρία: έστειλε στον… «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» Επιμηθέα την πανέμορφη Πανδώρα με ένα κουτί, το οποίο έπρεπε να μείνει σφραγισμένο. Γιατί, όμως, να υπακούσουν στον μοναχοφάη θεό; Άνοιξε, λοιπόν, η Πανδώρα το κουτί, και από μέσα ξεπήδησαν όλα τα δεινά της ανθρωπότητας. Αρρώστιες, πόλεμοι, πείνα. Τρομαγμένη η κοπέλα ξαναέκλεισε το καπάκι. Τότε ακούστηκε από μέσα μια φωνούλα: «Είμαι η Ελπίδα, άνοιξέ μου» (γι’ αυτό και σήμερα λέμε «Η Ελπίδα πεθαίνει τελευταία»).


Ο Όμηρος στην Ιλιάδα αφηγείται εκστατικός τα κατορθώματα θεών και ηρώων. Δηλαδή των εξουσιαστών. Οι απλοί άνθρωποι πολεμούν και σκοτώνονται για να πλουτίζουν οι βασιλιάδες. Ωστόσο, ένας πολεμιστής, ο Θερσίτης, βρίζει τον Αγαμέμνονα και παρακινεί τον στρατό σε ανταρσία. Ο Οδυσσέας –ναι, αυτός που, για να μην πάρει μέρος στην εκστρατεία έκανε τον τρελό και όργωνε το χωράφι του σπέρνοντας αλάτι- θύμωσε και τον χτύπησε στο κεφάλι με το σκήπτρο του! 
Αυτή είναι και η μοναδική σκηνή λαϊκής εξέγερσης στα ομηρικά έπη. Εξού και ο Όμηρος περιγράφει τον Θερσίτη ως κουτσό, αλλήθωρο και καραφλό! Διότι ένας αμφισβητίας καλοφτιαγμένος σαν τον Άδωνι (όχι τον βουλευτή-βιβλιοπώλη, αλλά τον εραστή της Αφροδίτης) μένει στη μνήμη ευκολότερα. 


Και εξηγούμαι: όταν ο ιερέας του Απόλλωνα Χρύσης ικετεύει τον Αγαμέμνονα να του δώσει πίσω την αιχμάλωτη κόρη του Χρυσηίδα, ο Αχιλλέας συγκινείται και απευθύνεται με σκληρά λόγια στον στρατάρχη. Έξαλλος εκείνος, στέλνει τους σωματοφύλακές του να πάρουν από τον ωραίο ήρωα την Βρισηίδα, κόρη του Βρισέα και ξαδέλφη της Χρυσηίδας, η οποία είχε επιστραφεί στον πατέρα της μετά την παραίνεση του μάντη Κάλχα. Ο Αχιλλέας τσαντίστηκε και κλείστηκε στη σκηνή του, παρέα με τον Πάτροκλο
Καταλάβατε τι εννοώ; Ποιο από τα δύο επεισόδια θυμάστε πιο πολύ; Την εξέγερση του Θερσίτη ή την «μήνι» του Αχιλλέα;


Το Κράτος, λοιπόν, συνεπικουρείται από τη Βία. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να επιβιώσει ούτε ο Δίας! Αλλά και η Θρησκεία γενικώς, από τη λατρεία του Ήλιου στο Μεξικό των Αζτέκων μέχρι τον Ιουδαιοχριστιανισμό, στήριξε με αξιοσημείωτη επιτυχία την Εξουσία, με όπλο τον φόβο. Όποιος έχει δει τοιχογραφίες με σκηνές από την Κόλαση, καταλαβαίνει τι εννοώ. Προσωπικά, χρειάστηκα πολλά χρόνια για να καταπολεμήσω τους εφιάλτες που μου δημιούργησαν όταν ήμουν παιδάκι. Καθολικοί και Προτεστάντες είναι βιρτουόζοι του είδους.


Πάλι από την ελληνική μυθολογία, μαθαίνουμε ότι ο Δείμος (εκ του δέους) και ο Φόβος είναι παιδιά του Άρη και –οποία έκπληξις!- της Αφροδίτης. Τελικά, η Ομορφιά έχει περίεργα βίτσια, που μάλλον δεν την βοηθούν «να σώσει τον κόσμο» -όπως είχε υποσχεθεί ο Ντοστογιέφσκι)!


Συνεπώς, τώρα που το ξανασκέφτομαι, πράγματι οι αρχαίοι ήταν σοφοί. Μόνο που το απόσταγμα της σοφίας τους υπήρχε μεν στη μυθολογία, αλλά δεν εφαρμοζόταν στην πράξη. Πάντως, στο θέμα του τρόμου ως όπλου της Εξουσίας θα επανέλθω.

Υ.Γ. Πηγή έμπνευσης για το σημερινό κειμενάκι υπήρξαν η αναφορά του φίλου Ναπολέοντα στον αναρχικό φιλόσοφο Προυντόν ("Η ιδιοκτησία είναι κλοπή") και η συμπλήρωση σήμερα ενός χρόνου από την ανάληψη της εξουσίας από τον Ομπάμα. Ο νοών νοείτω… 

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

Ήταν ένας τραγουδιστής κότσυφας...


Στη γειτονιά μου, την άνοιξη τη φέρνουν τα κοτσύφια. Από τότε που κάηκε η Πεντέλη, στη δεκαετία του 1980, τα πουλιά αυτά έγιναν αστοί. Το υπέροχο ερωτικό τραγούδι του αρσενικού αντηχεί όλο τον Απριλομάη, σε πείσμα των ντεσιμπέλ από τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια, θυμίζοντας στους παππούδες τα παιδικά τους χρόνια -τότε που η Αθήνα ήταν πιο φιλική στον χρήστη.

Το καλοκαίρι, πάλι, σηματοδοτείται από τον... Βαγγέλη. Στις αρχές Ιουνίου, από τα ανοιχτά παράθυρα μπαίνει η φωνή του: «Ζάχαρη και μέλι, τα καρπούζια του Βαγγέλη»! Όταν δούμε το φορτηγάκι του γεμάτο πεπόνια και καρπούζια να κατεβαίνει αργά τα δρομάκια της πόλης μας, ξέρουμε πως μπήκε πια το καλοκαίρι! Καμιά φορά, τον συνοδεύει η φωνή κάποιου οικοδόμου: «Γεια σου, ρε Βαγγέλη!».

Αυτές τις μέρες διάβασα το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Πέτρου Μαρτινίδη, Από πού πάνε στον «παράδεισο» του Αρκά (εκδ. Ύψιλον, 2007). Ο συγγραφέας, πιο γνωστός για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα, είναι καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ. Εδώ, παραδόξως, δεν ασχολείται με πτώματα, αλλά, αφού κάνει μια σύντομη ανασκόπηση στην ιστορία του γέλιου από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα, ανατέμνει με αγάπη τους καταθλιπτικούς αλλά λατρεμένους ήρωες του Αρκά (τον Ισοβίτη, τη Λουκρητία , τον κόκορα, τον ερωτευμένο λύκο, τον σπουργιτάκο), παραθέτοντας μερικές από τις καλύτερες περιπέτειές τους. Κάνει μάλιστα και κάποιες εικασίες σχετικά με το επάγγελμα του Αρκά (δεδομένου ότι ελάχιστοι τον γνωρίζουν), στηριζόμενος στον τρόπο που εκείνος σκιτσάρει το φόντο. Αξίζει!

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Αλκομπάσα

Εκείνο το πρωινό του 1355, ο Αφόνσο ο Δ΄ της Πορτογαλίας ήταν έξαλλος. Μόλις είχε μάθει ότι ο 35χρονος γιος του Πέδρο, εξακολουθούσε να επισκέπτεται κρυφά την ερωμένη του, δέκα χρόνια μετά το θάνατο της συζύγου του Κωνστάντζας! Βλέπετε, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ούτε paparazzi ούτε τηλεόραση, και τα νέα διαδίδονταν με… κάποια καθυστέρηση! Τώρα καταλάβαινε γιατί διορίζονταν τόσοι Καστιλλιάνοι σε κρατικά πόστα: ήταν ρουσφέτια της Σπανιόλας! Οι αυλικοί φρόντισαν να του τα παραφουσκώσουν, μάλιστα, διότι ένιωθαν τις καρέκλες τους να τρίζουν.

Παρένθεση: αν κρίνω από τα πορτρέτα στα θερινά ανάκτορα της Queluz, η βασιλική οικογένεια ήταν εκπληκτικής ασχήμιας! Μια ισπανίδα νύφη, μάλιστα, είχε το προσωνύμιο «βασίλισσα σαρδέλα»! Άμα ο άνθρωπος δεν έχει αυτογνωσία… Κλείνει η παρένθεση.


Φαίνεται ότι η μακαρίτισσα η Κωνστάντζα της Καστίλλης δεν είχε και πολλά προσόντα πέραν της καταγωγής της. Αντίθετα, η κυρία επί των τιμών της, η ωραία Ινές do Castro, γοήτευσε αμέσως τον νεαρό ινφάντε*. Ωστόσο, κανείς τότε δεν έδωσε σημασία στο ειδύλλιο, αφού ανέκαθεν οι ισχυροί αυτού του κόσμου είχαν πολλά ερωτικά προνόμια.

Όταν ο Πέδρο χήρεψε, τα προξενιά άρχισαν να πέφτουν βροχή. Ο Αφόνσο πίεζε διακριτικά, αφού καλός γάμος σήμαινε συμμαχία με δυνατό οίκο, συνεπώς ισχύ και πλούτη, αλλά ο γιος του τα απέρριπτε όλα, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες. Πού να φανταστεί ο έρμος ο βασιλιάς ότι εκείνη η «παστρικιά» τον έσερνε από τη μύτη (τουλάχιστον!) και του είχε αραδιάσει ένα σωρό μούλικα!

Τώρα, όμως, τα πράγματα ήταν σοβαρά. Έστειλε με κάποιο πρόσχημα τον Πέδρο σε άλλη περιοχή και ανέθεσε σε τρία παλικάρια να «καθαρίσουν». Μόλις ο διάδοχος επέστρεψε, έτρεξε αμέσως να δει την καλή του, διότι εκεί που ήταν δεν έπιανε το κινητό του. Όταν τη βρήκε σφαγμένη, δεν χρειαζόταν τη βοήθεια του Πουαρώ για να μαντέψει τον ένοχο. Μάζεψε αμέσως στρατό και στασίασε κατά του πατέρα του. Τότε οι άντρες, φίλοι μου, ήταν αληθινά αρσενικά όχι φλούφληδες!

Ένα χρόνο κράτησε ο καβγάς. Έληξε με ήττα του Πέδρο, που αποσύρθηκε στο κάστρο του για να δει τι θα κάνει. Δεν πρόλαβε να προβληματιστεί για πολύ, διότι ο πατέρας του μας άφησε χρόνους. Η ιστορία δεν διευκρινίζει αν η εν λόγω αποδημία εις Κύριον υποβοηθήθηκε λιγάκι, πάντως ο χαροκαμένος ήρωάς μας στέφθηκε βασιλιάς, με το όνομα Πέδρο ο Α’ . Έγινε όμως πιο γνωστός με το προσωνύμιο ο Δίκαιος, τόσο επειδή θέσπισε νόμους προχωρημένους για την εποχή του, όσο και επειδή –κατά τη 10χρονη βασιλεία του-την έβρισκε απονέμοντας ο ίδιος δικαιοσύνη.

Πρώτη του δουλειά ήταν να καταδιώξει τους δολοφόνους της Ινές, οι οποίοι κατέφυγαν στην Καστίλλη, και κατάφερε να ανταλλάξει δύο από αυτούς με Καστιλιάνους φυγάδες. Το Χρονικό του Φερνάο Λόπες μας πληροφορεί ότι ξερίζωσε τις καρδιές τους με τα ίδια του τα χέρια!
Λένε ακόμα πως, τρελός από έρωτα, αλλά και από μίσος για τους ρουφιάνους, διέταξε να ξεθάψουν την Ινές, την έντυσε βασιλικά, την έστησε στο θρόνο και υποχρέωσε τους αυλικούς να της φιλήσουν το χέρι, αν και το πτώμα ήταν σε προχωρημένη σήψη (μπλιαχ)! Αρέσει πολύ στους Πορτογάλους να αφηγούνται αυτόν το θρύλο και στους τουρίστες να τον ακούνε. Δεν κατάλαβα, καλύτερο είναι το Ψυχώ, δηλαδή;

Ιστορικά βεβαιωμένο, πάντως, είναι ότι μετέφερε το πτώμα της από την Κουίμπρα (γενέτειρά του και έδρα του αρχαιότερου πανεπιστημίου της Πορτογαλίας) στην Αλκομπάσα, για να το θάψει στο επιβλητικό μοναστήρι. Διέταξε να στήσουν στα πλαϊνά κλίτη δύο σαρκοφάγους με ανάγλυφες τις μορφές τους και απέναντι τη μία από την άλλη, με τρόπο ώστε, όταν αναστηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία, να αντικρίσουν ο ένας τον άλλο και να σμίξουν ξανά. Εκεί μέσα αναπαύονται «μέχρι το τέλος του κόσμου», όπως λέει η σκαλισμένη επιγραφή.



* πρίγκιπας διάδοχος

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Τα κορίτσια

Τις βλέπω να γεμίζουν τα φουαγιέ των θεάτρων φορώντας τα καλά τους. Να πηγαίνουν πρώτες και καλύτερες στις εκδηλώσεις του "Ιανού" και της "Στοάς του βιβλίου". Να δίνουν πάντα το "παρών" στις καλλιτεχνικές εκθέσεις. Να διαβάζουν βιβλία στο τρένο. Να συχνάζουν στις συναυλίες και στη Λυρική. Να μαζεύονται σε παρέες και να αποκαλούν τις φίλες τους "κορίτσια". Να χαζεύουν τα εκθέματα στα διάφορα φιλανθρωπικά μπαζάρ με μάτια λαμπερά.
Ποιες είναι; Μα, οι γυναίκες μετά τα 50! Τότε που τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, κι ο σύζυγος αποκοιμιέται στην τηλεόραση. Φοράνε το καπελάκι τους και βγαίνουν από το σπίτι για να χαρούν αυτά που δεν προλάβαιναν τόσα χρόνια.
Και χαίρονται αυτή τους την ελευθερία. Γιατί στα νιάτα τους ήταν αδιανόητο για μια γυναίκα να πάει μόνη στο θέατρο ή στο καφέ. Θα συγκέντρωνε όλα τα βλέμματα ή θα έβρισκε τον μπελά της. Ενώ τώρα, ποιος τις πιάνει!
Συνειδητοποιούν άραγε οι εκδότες, οι καλλιτέχνες κι οι ηθοποιοί ότι σε αυτές τις γυναίκες χρωστούν την επιβίωσή τους; Κάποιοι το έχουν καταλάβει, αν κρίνω από τα βιβλία που βγάζουν ή τις παραστάσεις που ανεβάζουν.
Τις βλέπω και θυμάμαι το τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, που καταλήγει "τα κορίτσια τα καημένα, κι ούτε λέξη πια γι'αυτά". Όχι, Νιόνιο, τα χρόνια πέρασαν και τα κορίτσια παίρνουν τώρα τη χαρούμενη εκδίκησή τους!

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Οι κήνσορες

Η "γαλατού" του Vermeer

Είμαι ωτακουστής! Η ανατροφή μου το θεωρούσε αδιακρισία, αλλά συμφιλιώθηκα με τις ενοχές μου πριν από 15 χρόνια, όταν ο Λάκης (ένας είναι ο Λάκης!) ρωτήθηκε πώς κατάφερε να δημιουργήσει τον Τζίμη-«πάμ’ πλατείαααα;» για τους Δέκα μικρούς Μήτσους. «Πάω στα μοδάτα μπαράκια όπου συχνάζουν αυτά τα παιδιά και πίνω το ποτό μου σιωπηλά, ακούγοντας», απάντησε.

Υπάρχουν καφενεία στη γειτονιά μου, όπου από το πρωί ως το βράδυ συχνάζουν κάτι τύποι αραχτοί διαφόρων ηλικιών και παίζουν πρέφα ή τρώνε χταποδάκι γελώντας δυνατά: είναι οι εισοδηματίες των βορείων προαστίων! Ο "Τζίμης" είχε πει σχετικά: «Δούλεψε κάποτε ένας πρόγονος, και ζούμε όλοι οι υπόλοιποι!» Ε, λοιπόν, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο παππούς τους είχε αγοράσει ή καταπατήσει κάποιες εκτάσεις που αργότερα μπήκαν στο σχέδιο πόλης (χωρίς ρυμοτομία και λοιπές… φιοριτούρες) και οι οποίες δόθηκαν αντιπαροχή. Αυτά τα σαΐνια έβγαλαν –στην καλύτερη περίπτωση- το Λύκειο λαδώνοντας, δεν έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους, δεν έχουν ανοίξει ούτε ένα βιβλίο, δεν γνωρίζουν τι εστί τέχνη ή αισθητική, δεν έχουν δημιουργήσει τίποτε και σιχαίνονται τις οικογένειές τους.
Όταν περνάω από εκεί, αφουγκράζομαι: σχολιάζουν πάντα τα καυτά θέματα της επικαιρότητας. Όχι όμως με γνώση ή περίσκεψη, αλλά χυδαία, εξαιτίας και της απαιδευσίας τους. Έχουν άποψη επί παντός του επιστητού, αφού, όπως έχει πει ο Κλιντ Ήστγουντ: «Η άποψη είναι σαν την κ….ίδα, όλοι έχουν από μία!»

Αυτή την εποχή συζητούν για τις απεργίες και το ασφαλιστικό. Μάλιστα! Οι χαραμοφάηδες έχουν άποψη για τους εναερίτες της ΔΕΗ που παίζουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα, για τους τραπεζοϋπαλλήλους και τα χρυσοπληρωμένα (από τους ίδιους!) ταμεία τους, για τους συμβασιούχους σκουπιδιάρηδες–ομήρους του κάθε βλαχοδήμαρχου που μαζεύουν τις ακαθαρσίες μας μέσα στη γενική απαξίωση και για τους χιλιάδες δημοσιογράφους των 600 €.
Φυσικά αγνοούν πλήρως τους κτηνοτρόφους που πουλάνε το γάλα στους βιομήχανους για πενταροδεκάρες, τους αγρότες των οποίων τα αφτιά χαϊδεύουν οι αγροτοπατέρες με ψεύτικες υποσχέσεις, τις ταμίες των σούπερ μάρκετ που θα δουλεύουν μέχρι τα 65, τους εποχικούς πυροσβέστες που δεν έχουν ούτε τον εξοπλισμό ούτε τη σωστή εκπαίδευση, τους απλήρωτους δασεργάτες, τους καθηγητές ξένων γλωσσών που είναι ευχαριστημένοι με 10 ευρώ την ώρα, τα νέα παιδιά με μεταπτυχιακά που νοικιάζονται(!) από δουλέμπορους στις τράπεζες, τους νεαρούς γιατρούς που θα πάρουν ειδικότητα στα 40 και θα προσπαθήσουν με φακελάκια να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, τις πωλήτριες που έχουν στραβογεράσει με λειψά ένσημα, τα δικηγοράκια που δουλεύουν και τις Κυριακές στους διάφορους Κούγιες. Αγνοούν ότι οι νεαρές αισθητικοί, απόφοιτοι ΙΕΚ, δουλεύουν εξαντλητικά στα ινστιτούτα αισθητικής χωρίς μέλλον, επειδή οι ρυτίδες είναι αιτία απόλυσης. Δεν έμαθαν ποτέ ότι χιλιάδες νέοι με διδακτορικά προσλαμβάνονται στα ΤΕΙ ως ωρομίσθιοι και πασχίζουν να συμπληρώσουν το εισόδημα με άλλες δουλειές. Όχι δηλαδή ότι οι μόνιμοι καθηγητές είναι άψογοι, αλλά όταν τρέχεις όλη μέρα σε 2-3 εργοδότες για να μαζέψεις 1.000 ευρώ το μήνα (και αν!) με τι όρεξη να ασχοληθείς με τα παιδιά, τα οποία ούτως ή άλλως αδιαφορούν;

Και βεβαίως ασχολούνται με τους ανασφάλιστους μετανάστες μόνο αν είναι οι Ινδοί του Μαγγίνα, τα δε παιδιά (κάπου μισό εκατομμύριο) που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν εδώ «δεν θα γίνουν Έλληνες ποτεεέ», διότι αλίμονο αν τους επιτρεπόταν να συναγωνιστούν τα παχύσαρκα, ανάγωγα και αμόρφωτα βλαστάρια τους! Έστω κι αν η υπαγωγή αυτών των ανθρώπων στο ΙΚΑ θα μπορούσε να του δώσει το φιλί της ζωής για τα επόμενα 30 χρόνια τουλάχιστον!
Τι τους κόφτει για τη σύνταξη; Μόνο ακουστά την έχουν. Τι ακριβώς έγινε με τα σοδομημένα ομόλογα; Τροφοδότησαν με διάφορους τρόπους το ΧΑΑ. Χρωστάει στο ΙΚΑ η κυβέρνηση; «Και τι; Από εμάς θα τα πάρει;». Χρωστάνε οι εργοδότες; Μα, αυτοί οι ίδιοι είναι εργοδότες, είτε της Φιλιππινέζας είτε του Αλβανού που καθαρίζει τον κήπο ή την πισίνα είτε της καθηγήτριας που κάνει ιδιαίτερα στο παιδί του! Τι; Χρειάζονται 100 ένσημα πια για να έχει ο εργαζόμενος περίθαλψη; «Αυτασφαλίσου, βρε χαμένε, για να βρεις την υγειά σου! Χαζοί είμαστε εμείς; Γιατί να τα περιμένουμε όλα από το κράτος;»

Γιατί κι εσύ εις βάρος του κράτους ζεις! Επειδή οι –όποιες- υποδομές πληρώνονται από τους δικούς μου φόρους, ενώ εσύ δηλώνεις 12.000 € το χρόνο και το κράτος σε πιστεύει! Επειδή είσαι πίσω από κάθε λαμογιά, μικρή ή μεγάλη. Επειδή το παιδί σου οργανώνει την 5ήμερη εκδρομή για να τα «πάρει» από το πρακτορείο, έχοντας μάθει από σένα το παιχνίδι και παίζοντας με τη ζωή του δικού μου παιδιού. Για να διαιωνίσει το δικό σου όνειδος απέναντι στους υπόλοιπους. Μέχρι να σε πάρουν χαμπάρι, κατεργάρη!

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

Θεσσαλονίκη τον Γενάρη

[Φωτογραφία του Ξενοφώντα Αλεξανδρίδη από τη Βικιπαίδεια]

Έχει βραδιάσει στη Σαλονίκη. Κάνει κρύο, κι η υγρασία περονιάζει. Στον τοίχο της Τσιμισκή, το σύνθημα είναι γραμμένο με στένσιλ:

PROTTECT YOURSELVES FROM LIFESTYLE
USE GASSMASK

Και παρακάτω:
ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΖΩΗ ΜΕ ΔΟΣΕΙΣ

Έχεις δίκιο, άγνωστε φίλε.

Το άρωμα από τα τσουρέκια του Τερκενλή εκμαυλίζει τις αδύναμες συνειδήσεις! Κατηφορίζω την Πλατεία Αριστοτέλους, ευχαριστώντας σιωπηλά τον Εμπράρ που τη σχεδίασε. Παρέες αναζητούν άλλες παρέες και συζητούν πού θα περάσουν την ώρα τους.

Με κουράζει η φασαρία. Βγαίνω στη Λεωφόρο Νίκης. Τα αυτοκίνητα τρέχουν με άγνωστο προορισμό, καλύπτοντας με τον ήχο των κινητήρων τους τη μουσική των καφέ-μπαρ. Επιτέλους προσπερνώ τον Λευκό Πύργο. Ο θόρυβος δεν ακούγεται πια.

Στην παραλία η ομίχλη κάνει απόκοσμο το τοπίο. Η θάλασσα είναι ακίνητη και μαύρη. Όμορφη νύχτα, προσφέρεται για κουβεντούλα αλλά και διαλογισμό. Ζευγαράκια περπατούν αργά, κάποιοι «περίεργοι» κάνουν τζόκινγκ, κάποιος αγορεύει δυνατά σε αόρατο ακροατήριο, τρομάζοντας έναν αδέσποτο σκύλο που γαβγίζει.

Πίσω από το Βασιλικό Θέατρο, δυο κορίτσια περπατούν. Η μία παίρνει τηλέφωνο:
«Βρε μαλάκες, πού είσαστε;»
Ακούει την απάντηση και εξεγείρεται: «ΕΜΕΙΣ πού είμαστε; ΕΔΩ που είχαμε συμφωνήσει!»
Ακούει πάλι: «Να έρθουμε στη στάση; ΕΣΕΙΣ να έρθετε, ηλίθιοι!»
Ξαφνικά μετατρέπεται σε χαδιάρα γατούλα: «Μα, βρε αγάπη μου, αφού είχαμε πει… Καλά, καλά, ερχόμαστε».
Κλείνει το τηλέφωνο και στρέφεται στη φίλη της που χασκογελά: «Τώρα, εγώ τι φταίω που ο άλλος δυο χρόνια τώρα δεν καταφέρνει να πάρει τη μαύρη ζώνη στο καράτε; Αει στο διάολο πια!»
Απομακρύνονται προς τη Μεγάλου Αλεξάνδρου, γελώντας ξέγνοιαστα.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε τη βόλτα μας μέσα στην ομίχλη που πυκνώνει…

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

Τι μας ενώνει, τι μας δονεί;


Στις τουαλέτες του ΟΣΕ, η καθαρίστρια –ανατολικοευρωπαϊκής καταγωγής- εξηγεί το πρόβλημά της στον υπομονετικό σεκιουριτά: «Και λες πήγαινε εκεί. Και έδιωξε το μαλάκας! Πολύ μαλάκα!»

Ο αλλοδαπός νεαρός, με ένδυση ραπ αισθητικής, μιλάει πολύ δυνατά στο κινητό του σε μια ακατανόητη και κάπως άγρια γλώσσα. Λόγω απόστασης και ελλιπούς φωτισμού, δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν είναι αφρικανός ή ασιάτης. Κάποια στιγμή προφέρει τη λέξη «μαλάκας»! Μπα, δεν πρέπει να άκουσα καλά. Είκοσι δευτερόλεπτα αργότερα, η λέξη επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, ενταγμένη αρμονικά στη μητρική γλώσσα του νεαρού.

Μια παρέα εφήβων κάνει χαβαλέ. «Φύγε, ρε μαλάκα!» «Άντε, ρε μαλάκα, όλο μαλακίες κάνεις!» «Εγώ, ρε μαλάκα;» «Εσύ, ρε μαλάκα!» Ο νεαρός με το κινητό περνάει δίπλα τους, συνεχίζοντας να μιλάει στο κινητό του αμέριμνος.

Μήπως, τελικά, μία είναι η λέξη που ενώνει όλες τις τάξεις και όλες τις φυλές σ’αυτή τη χώρα;

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2007

Κουβέντες του συρμού...


Στο τρένο (1): Η κυρία ρωτάει την εξίσου εύσωμη φίλη της: «Και πού θα πας τώρα;» «Στην Ερμού», απαντάει εκείνη και συνεχίζει με στόμφο: «Δεν βρίσκω, βρε παιδί μου, ένα καπέλο που να με εκπροσωπεί»!!

Στο τρένο (2): Ο έφηβος κοιτάζει θυμωμένος το κινητό του και λέει στον φίλο του: «Ένας μαλάκας, ρε μαλάκα, μου κάνει συνέχεια αναπάντητες με απόκρυψη!! Πόσο μαλάκας είναι, ρε μαλάκα;»

Στο τρένο (3): «Αποφάσισα να έχω καλή διάθεση από δω και στο εξής! Να κάνω μόνο θετικές σκέψεις», ανακοινώνει μία κοπέλα στη φίλη της.
«Μπα; Σε χτύπησε το αμερικάνικο σύνδρομο;», ρωτάει χαμογελώντας εκείνη.
«Καλύτερα το αμερικανικό παρά το ελληνικό!»
«Κοίτα, μεταξύ της ελληνικής μιζέριας και της αμερικανικής χαζοχαρούμενης στάσης υπάρχει τεράστια απόσταση», τονίζει εκείνη.
«Θα το φιλοσοφήσω», πεισμώνει η πρώτη.
«Οι φιλόσοφοι ήταν πάντα ευδιάθετοι;», ρωτάει η φίλη της και συνεχίζει: «Εξάλλου, ακόμα κι αν δεν βλέπεις ειδήσεις, με το που βγαίνεις από το σπίτι σού χαλάει η διάθεση με όσα γίνονται στο δρόμο».
«Εγώ θα το προσπαθήσω!», επιμένει η πρώτη και αλλάζει κουβέντα.

Στο τρένο (4): «Οι εξετάσεις μου έδειξαν 600 φεριτίνη!», ανακοινώνει ο μεσόκοπος κύριος στον φίλο του. «Ποιος είσαι, ρε Μήτσο; Ο Τάλως;», γελάει τρανταχτά εκείνος. «Είναι πολύ, ε;», αμφιβάλλει ο «σιδερένιος». «Τι πολύ; Τεράστιο! Καλά, το Ταμείο μας τά’χει παίξει!» «Α, όχι, δεν πήγα στο Ταμείο μας, γιατί φοβήθηκα μην μου βγάλουν μαλακίες. Πήγα σε μεγάλο διαγνωστικό κέντρο για πιο… σίγουρα»!!!

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2007

Ζωή ή mobile;

Στο ταχυδρομείο, μεσόκοπη κυρία δείχνει ένα χαρτάκι στον υπάλληλο-μπαλαντέρ*. Εκείνος το διαβάζει, της ζητάει να περιμένει και πηγαίνει στην υπάλληλο που ασχολείται με τα δέματα. Μέσα στη βαβούρα εκείνη δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τη ρωτάει, οπότε η πελάτισσα, με προφανή προβλήματα ομιλίας, προσπαθεί να εξηγήσει με άναρθρες κραυγές, χωρίς όμως να πλησιάσει στο γκισέ. Η υπάλληλος ανασηκώνεται για να τη δει, δεν τα καταφέρνει και λέει στον συνάδελφό της το αμίμητο: «Δεν καταλαβαίνω τι λέει, κάνει… διακοπές»!!!

*Υπάλληλο-μπαλαντέρ αποκαλώ εκείνον που, απέχοντας μιαν ανάσα από τη σύνταξη, δεν έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες ή αναλαμβάνει τον λιγότερο απαιτητικό τομέα και προσφέρεται (είτε από φιλότιμο είτε από πλήξη) να βοηθήσει σε ώρες αιχμής. Θα τον βρείτε παντού, σε δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Νόμος που σας χρειάζεται!

Ψάχνω να βρω την είσοδο της υπόγειας διάβασης πίσω από βουνά σκουπιδιών. Στο Νέο Ηράκλειο οι υπάλληλοι καθαριότητας απεργούν για 20ή μέρα, καθώς είναι απλήρωτοι εδώ και έξι (!) μήνες. Εκείνο που με εντυπωσιάζει σε κάθε τέτοια απεργία είναι ότι από τις πρώτες κιόλας μέρες, οι δημότες στοιβάζουν στα πεζοδρόμια απίθανα πράγματα, τα οποία δεν βλέπεις τον υπόλοιπο καιρό. Λες και το κάνουν επίτηδες για να κάνουν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των πεζών! Εκτός από τα συνήθη στρώματα, έπιπλα και ρούχα, είδα και μια θήκη βιολιού!

Κατεβαίνω τα σκαλιά, ενώ πίσω μου ακούω μια αντρική φωνή να λέει θυμωμένα: «Τι κατάσταση είναι αυτή; Πόσες μέρες θα απεργούν; Δεν υπάρχει προσωπικό ασφαλείας να τα μαζέψει; Πνιγήκαμε στα σκουπίδια»! «Βρομάει όλη η πόλη!», συμφωνεί μια άλλη αντρική φωνή. «Μερικοί κλάδοι δεν μπορούν, ρε παιδί μου, να απεργούν! Οι γιατροί, οι σκουπιδιάρηδες… Πώς το λένε; ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ! Θα έπρεπε να απαγορεύεται με νόμο», συνεχίζει ο πρώτος. Δεν επεμβαίνω ούτε γυρίζω να τους κοιτάξω. Ούτως ή άλλως ακολουθούμε την ίδια διαδρομή. Περιμένω να δω τι άλλο θα πουν.
Και τότε, ο πρώτος ρωτάει τον δεύτερο: «Τι εργασίες κάνεις σπίτι σου;», κι εκείνος απαντάει: «Μεγαλώνω το σαλόνι και καθαρίζω το υπόγειο». «Μεγαλώνεις το σαλόνι σε βάρος του μπαλκονιού;» «Ναι, φτιάχνω ένα play room(!) για τα παιδιά και το υπόγειο θα το κάνω σαν κελάρι». Τη στιγμή που αποχαιρετίστηκαν, γύρισα να τους δω: εύσωμοι πενηντάρηδες, με χοντρούς λαιμούς, ακριβά μπουφάν και χαμόγελο αυταρέσκειας. Τυπικό δείγμα του είδους pasokus, που «χτίζει την Ελλάδα του αύριο»!

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Εκτός από τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει κι η μοναξιά...

σύνθημα σε τοίχο σχολείου του Νέου Ηρακλείου
 Την ξύπνησε ένα σούρσιμο. Κουκουλώθηκε πανικόβλητη, ενώ ταυτόχρονα μια φωνή ούρλιαζε μέσα της: "Παναγίτσα μου! Απόψε είναι η σειρά μου"! Αφουγκράστηκε για λίγο. Ησυχία... Ξεσκέπασε το κεφάλι της και κοίταξε προς την πόρτα με γουρλωμένα μάτια: τίποτε. Μάζεψε όλο της το κουράγιο και σηκώθηκε αργά. Άναψε το φως τρέμοντας. 'Αρπαξε το ξύλινο τρίγωνο από το σχεδιαστήριο και βγήκε στο χολ. Εκείνη τη στιγμή το σούρσιμο ξανακούστηκε. Την έλουσε κρύος ιδρώτας. ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ! Σήκωσε το χέρι με το τρίγωνο απειλητικά. Και τότε, από τις εφημερίδες στο πάτωμα ξεπρόβαλε μια παχουλή μαύρη κατσαρίδα! Βγάζοντας μια πολεμική κραυγή επιτέθηκε στο κολεόπτερο πατώντας το ξανά και ξανά με μανία. Ύστερα, βρίζοντας, έφερε ένα χαρτί να μαζέψει το πτώμα...

Σηκώθηκε αργά και πήγε στο μπάνιο τρικλίζοντας. Πάντα ξυπνούσε δύσκολα το πρωί και ποτέ από μόνος του. Όταν πέρασε σε ΑΕΙ άλλης πόλης αγόρασε τρία ξυπνητήρια: το πρώτο για να τον προετοιμάζει, το δεύτερο άνοιγε το ραδιόφωνο και το τρίτο ήταν κοντά στο παράθυρο για να μην μπορεί να το κλείσει και να ξανακοιμηθεί. Σήμερα όμως, τον ξύπνησε ένα χαρούμενο τιτίβισμα. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και πήγε στην κουζίνα. Το παπαγαλάκι έγειρε το κεφάλι και τον κοίταξε ερωτηματικά. "Καλημέρα", του χαμογέλασε και εκείνο τιτίβισε ξανά.

Μπήκε στη σχολή και προχώρησε στο διάδρομο. Κάποιος πέρασε ξυστά δίπλα της, και το ρολό έπεσε στο πάτωμα. "Έλα, ρε βλάκα, στραβομάρα έχεις;" γκρίνιαξε. "Βρε, βρε, βρε, καλώστην! Τι μούτρα είναι αυτά;" "Άσε με, δεν κοιμήθηκα χτες." "Γιατί, άραγε;" ρώτησε πονηρά. "Διότι έχουν διαρρήξει δύο σπίτια στην πολυκατοικία μου και φοβάμαι μην μπουν και στο δικό μου. Και κυρίως μην είμαι μέσα όταν θα μπουν"! "Και τι να πάρουν από σένα;" Τον κοίταξε για λίγο σαν να δίσταζε. Στο τέλος σήκωσε τους ώμους: "Όλοι δείχνουν τόση σιγουριά! Μόνο εγώ φοβάμαι; Έτσι μου έρχεται να τα παρατήσω όλα και να γυρίσω σπίτι μου. Αλλά τι στα λέω; Σάμπως εσύ ειδικά μπορείς να με καταλάβεις; " Άρπαξε αποφασιστικά το ρολό και έκανε να συνεχίσει το δρόμο της. Η απάντησή του όμως, την κάρφωσε στη θέση της: "Και γιατί δηλαδή νομίζεις ότι πήρα παπαγαλάκι; Για να έχω κάποιον να μιλάω!"

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007

Ο τοίχος είχε τη δική σου ιστορία


«Είσαι πολύ όμορφη, αλλά εγώ δεν κυκλοφορώ γκόμενες που δεν φορούν επώνυμα ρούχα!» Τον κοίταξε αποσβολωμένη. Τα 18 της χρόνια δεν τη βοηθούσαν να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να απαντήσει. Κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένη και κοίταξε το απλό φθηνό μπλουζάκι της από τα Zara: οι γονείς της στην Αθήνα στερούνταν για να τη σπουδάσουν, με το όνειρο να τη δουν επιστήμονα…
Θύμωσε. Δεν είχε παρέες στη Θεσσαλονίκη, κι αυτός ο γοητευτικός επαρχιώτης φοιτητής που έμενε στο ρετιρέ της πολυκατοικίας της -ενώ εκείνη στον πρώτο- είχε φερθεί πολύ φιλικά όταν της έκλεψαν το πορτοφόλι στο λεωφορείο με αποτέλεσμα να βρεθεί χωρίς φράγκο! Και τώρα την έφτυνε έτσι; Με ποιο δικαίωμα; Δεν θυμόταν να είχε ποτέ ζητιανέψει τον έρωτά του! Στράφηκε απότομα και έφυγε τρέχοντας.
Έπεσε στο κρεβάτι με λυγμούς. Ένιωθε σκουπίδι! Το κινητό κουδούνισε χαρούμενα. Μήπως ήθελε να της ζητήσει συγγνώμη; «Έλα, ρε. Πάμε για καφέ στην Καμάρα και μετά σινεμά στην Πλατεία; Παίζει τον El Greco, κι έχω δωρεάν εισιτήριο!» Η φωνή της φίλης ακούστηκε σαν χάδι παρηγοριάς. Σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια, χτενίστηκε, φόρεσε το τζιν μπουφάν και βγήκε στο δρόμο. Μόλις έστριψε το στενό, το βλέμμα της έπεσε στον τοίχο απέναντι και διάβασε το μήνυμα: "'Αντε πάνε γαμίσου στο φινάλε, χαρά μου"!
Χαμογέλασε: «Αυτό έπρεπε να του πω κι εγώ», σκέφτηκε και έτρεξε να προλάβει το λεωφορείο….