Η σάτιρα δεν ευδοκιμεί στις δικτατορίες. Χρειάζεται δημοκρατία για να ανθίσει. Γι’αυτό και από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Μεταπολίτευσης , ο Χάρυ Κλυν αγαπήθηκε πολύ. Όλοι ήξεραν τα σατιρικά του τραγούδια, και κάποιες ατάκες από τις παραστάσεις και τους δίσκους του επιβιώνουν ακόμα -όπως τα απαξιωτικά «δεν μας χέζεις, ρε Νταλάρα;» και «κουλτούρα να φύγουμε».
Ταυτόχρονα εμφανίστηκε το «Ποντίκι», μια εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα που είχε ως πρότυπο τη γαλλική «Αλυσοδεμένο παπί». Γρήγορα έγινε δημοφιλέστατη μεταξύ των φοιτητών και των πιο μορφωμένων στρωμάτων, διότι περιείχε ντοκουμέντα, σχόλια και ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα πολιτικών προσώπων που συνοδεύονταν από ευφάνταστες λεζάντες. Την εποχή που μεθούσαμε με το «αθάνατο κρασί» του… ’81 και της «Αλλαγής» [που δεν έγινε] , το «Ποντίκι» βγήκε, παραμονές εκλογών, με εξώφυλλο-αγγελτήριο κηδείας: «Την λατρευτή μας Δεξιά κηδεύουμε»! Όταν ο καπετάν Ανδρέας με τα παλικάρια του σχημάτισαν κυβέρνηση, η εφημερίδα αναρωτήθηκε με αυτοσαρκασμό: «Και τώρα, ποιους θα βρίζουμε;»
Τα χρόνια πέρασαν, οι αυταπάτες διαλύθηκαν, αλλά, καθώς ο λαός έδινε συνεχώς παράταση στο ΠΑΣΟΚ, το «Ποντίκι» έχασε μεγάλο μέρος του αναγνωστικού του κοινού. Όχι πως σε αυτά τα 26 χρόνια δεν είχε υλικό για σάτιρα, απλώς οι Έλληνες βολεύτηκαν λίγο ως πολύ και δεν έκριναν τα κακώς κείμενα, διότι πάντα ήλπιζαν να πιάσουν την καλή ή να «τρουπώσουν» και να φάνε λίγο μέλι.
Ο Χάρυ Κλυν έπαιξε λίγο ακόμα στη δεκαετία του ’80 σατιρίζοντας τα φεστιβάλ των δήμων και τον Σαρτζετάκη («έθνος ανάδελφον»). Μετά γέρασε και παροπλίστηκε. Δεν κατάφερε να εμπνευστεί από τις κοσμογονικές αλλαγές της επόμενης δεκαετίας ούτε να εκσυγχρονίσει τα σατιρικά του εργαλεία.
Η Μαλβίνα ακολούθησε τη δική της μοναχική πορεία, αποκτώντας φανατικούς θαυμαστές αλλά και εχθρούς, που θίγονταν από την αιχμηρή σάτιρα και την αθυροστομία της. Γοητευτική και σαρκαστική, με μια ακαθόριστη θλίψη στις άκρες του λαμπερού χαμόγελου, δεν είχε τίποτε κοινό με τους υπόλοιπους. Έκρυβε την ευαισθησία της κάτω από ένα σνομπ προσωπείο. Δυστυχώς, τη χάσαμε πρόωρα.
Ένας άλλος σατιρικός καλλιτέχνης, που όμως δεν έκανε εκπομπή στην τηλεόραση, ήταν ο Τζίμης Πανούσης. Και η δική του αθυροστομία, όπως και κάποιες εμμονές, ενοχλούν πολλούς -κάτι που σίγουρα διασκεδάζει τον ίδιο!
Κάπου εκεί, ο Λάκης Λαζόπουλος δημιουργεί τους «Δέκα μικρούς Μήτσους», που σατίριζαν τη νέα κοινωνική διαστρωμάτωση. Κάποιοι από τους χαρακτήρες «έμπαζαν» και αποσύρθηκαν γρήγορα, κάποιοι άλλοι όμως ήταν αληθινά εξαιρετικοί, όπως η μικροαστή μαμά Μήτση που πρέπει να συμφιλιωθεί με την ομοφυλοφιλία του γιου της, η ράθυμη και κοκορόμυαλη Μισέλ, ο αμόρφωτος φλώρος Τζίμης, με το περιορισμένο λεξιλόγιο, που διάγει βίον πολυτελή εις βάρος του πατέρα του χωρίς να δουλεύει, ο νεόπλουτος επαρχιώτης ξάδελφός του που ονειρεύεται τη «βυσσινή θύελλα» πρωταθλήτρια Ελλάδας , ο «υπαλληλάκος» με την άσκηση θάρρους κι οι ανεπανάληπτοι Σαλονικιοί Παοκτσήδες. Κάποια στιγμή, ο Λαζόπουλος θα μας συστήσει έναν «γύφτο» που εκφωνώντας το δελτίο ειδήσεων σατιρίζει ό,τι τον ενοχλεί. Λίγο αργότερα, η εκπομπή κλείνει τον κύκλο της.
Πολιτική σάτιρα αλλά με μπόλικο χαβαλέ έκαναν εκείνη την περίοδο οι «ΑΜΑΝ» ( δημοφιλείς κυρίως στους πολύ νέους), αλλά και ο Γιώργος Μητσικώστας. Κάποιες στιγμές άγγιξαν πολύ καλά ποσοστά τηλεθέασης.
Και ξαφνικά, πριν από 3 χρόνια ξεκινά το «Αλ Τσαντίρι», τελευταίο μιας σειράς καθημερινών ή εβδομαδιαίων εκπομπών που φιλοδοξούσαν να σχολιάζουν την επικαιρότητα, αλλά αποσύρονταν άδοξα. Πρωταγωνιστής ο «γύφτος» των «Μήτσων», που αυτονομείται και σατιρίζει τα πάντα. Η AGB αγνοεί τον Λαζόπουλο για δύο ολόκληρα χρόνια. Ελάχιστοι παραδέχονταν ότι τον έβλεπαν. Ήταν η εποχή της ευδαιμονίας που ακολούθησε τους επιτυχημένους Ολυμπιακούς, και οι άνθρωποι δεν ένιωθαν ακόμα πως απειλούνταν τα κεκτημένα τους, παρά τα ανησυχητικά μηνύματα από την υπόλοιπη Ευρώπη!
Το επόμενο βήμα ήταν να υπάρχει ζωντανό ακροατήριο στο στούντιο, κάτι που φάνηκε να εμπνέει τον καλλιτέχνη. Οργιάζει πλέον σκαρφαλωμένος στο ντάτσουν και επιτίθεται σε όλους! Τότε αρχίζουν και οι πρώτες μηνύσεις. Τα μηχανάκια όμως εξακολουθούν να του δίνουν χαμηλά ποσοστά. Ώσπου, εκεί γύρω στα τέλη της άνοιξης, γίνεται το «μπαμ» και η δημοτικότητά του απογειώνεται, για να ξεπεράσει το 60% αυτό το φθινόπωρο.
Τι συνέβη; Τα ποσοστά υπήρχαν αλλά κρύβονταν; Δεν νομίζω. Ποτέ στο παρελθόν τόσοι πολλοί άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα δεν επαναλάμβαναν γελώντας τις ατάκες του! Αν πριν από ένα μόλις χρόνο έλεγες στην παρέα σου «όχι την Τρίτη, ρε παιδιά, έχει Λαζόπουλο!», θα σε κορόιδευαν. Σήμερα όλοι το λένε χωρίς ενοχές!
Πετυχαίνει κέντρο; Κάποιες φορές ναι, κάποιες όχι. Όταν π.χ. ασχολείται με τα «τηλεκαημένα», ενθουσιάζει τους ανθρώπους που παρακολουθούν αυτού του είδους τις εκπομπές. Σχιζοφρένεια; Μάλλον όχι, αφού, όπως ακούω, τα πρωινάδικα, ελλείψει ύλης, αναμεταδίδουν όλη την εβδομάδα επιλεγμένα αποσπάσματα από την εκπομπή του -που αφορούν μόνο τους δικούς τους εκλεκτούς- συνηθίζοντας το κοινό τους στην αυτομαστίγωση ("και πονάω και μ' αρέσει", δηλαδή)! Στις επιλογές τους δεν περιλαμβάνονται βέβαια οι αληθινά επιτυχημένες στιγμές του, όταν σατιρίζει πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα ή όταν δίνει το λόγο στους απλούς ανθρώπους που ρωτούν με τόλμη και απαντούν χωρίς υπεκφυγές.
Νομίζω ότι απλώς οι κοινωνικές συνθήκες είναι ώριμες για να δεχτούν το Αλ Τσαντίρι: επιθέσεις εναντίον κατακτήσεων που θεωρούνταν δεδομένες, καταστροφή του περιβάλλοντος, λεηλασία του φυσικού πλούτου, απουσία αξιωματικής αντιπολίτευσης, κυβέρνηση χαλαρότητας που υπακούει πειθήνια σε ξένα κελεύσματα αλλά δεν αξιοποιεί τις δυνατότητες που της προσφέρονται για το δημόσιο συμφέρον, κατάρρευση της όποιας δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, ανεργία και φτώχεια.
Με τα σχόλια και τα στιγμιότυπα της αληθινής ζωής που απομονώνει, ο Λαζόπουλος μιλάει στην ψυχή του φοιτητή, της κομμώτριας, του συνταξιούχου, της ταμία στο σούπερ μάρκετ, του υπαλλήλου με το μεταπτυχιακό, της εργαζόμενης μητέρας, του εκπαιδευτικού, αλλά και του εμπόρου στη λαϊκή. Μιλάει τη γλώσσα μας και όχι την ξύλινη γλώσσα των κομμάτων.
Εν ολίγοις, μέχρις ότου αρθρώσουν κάποιο αντίλογο οι "διανοούμενοί μας" ή υπάρξουν αληθινές προτάσεις από την αντιπολίτευση, ο Λαζόπουλος ΕΙΝΑΙ η αντιπολίτευση!