Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

"Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος"

«… Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι αν επιχειρήσουνε να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης να δέσουν και μια πέτρα στο λαιμό τους. Ολη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».
Οι τελευταίες αυτοσαρκαστικές φράσεις του Κώστα Καρυωτάκη στο σημείωμα που έγραψε πριν αυτοκτονήσει με περίστροφο.
Γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 112 χρόνια στην Τρίπολη. Υπήρξε παιδί της εποχής του, αλλά με τα ποιήματα και –κυρίως- με το θάνατό του (μόλις 32 χρόνων) κέρδισε το εισιτήριο της αθανασίας. Φαντάζομαι πως αν ζούσε σήμερα θα ένιωθε την ίδια αηδία!

Στην εφηβεία μου διάβαζα τα ρομαντικά του ποιήματα, πιστεύοντας ότι έγραψε μόνο για τους δημόσιους υπαλλήλους και την ελληνική επαρχία που γνώριζε πολύ καλά. Μέχρι που άκουσα από τον αγαπημένο Νίκο Ξυλούρη το μελοποιημένο από τον Λουκά Θάνο «Το άγαλμα της Ελευθερίας»:

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνα μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το προτραίτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνα, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωση του λείπει.


Τότε μόνο κατάλαβα την αληθινή αξία του «ιδανικού αυτόχειρα» ποιητή!

Σήμερα επίσης έκλεισαν 20 χρόνια από το θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη. Ενός αριστερού ανθρωπιστή που έζησε και πέθανε συνεπής στις ιδέες του:

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα -
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον
.

Έτσι έγραψε για τον εαυτό του στο «Δειλινό». Τον αγαπήσαμε για τη «Δραπετσώνα» και τα άλλα ποιήματα που μελοποίησε ο Μίκης, αλλά υπήρξαν και τα προφητικά του:

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
  εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
  λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
  δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
  χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
  ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
  περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
  μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
  δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
  μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
  θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
  ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
  προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ' όλη τη ζωή μου.
 

(Αιώνας εμπορίου)
Υ.Γ. Όχι, δεν με έπιασε ξαφνικά το λυρικό μου. Τις δύο επετείους μού θύμισαν από το σταθμό «Στο Κόκκινο» οι δημοσιογράφοι Ευγενία Λουπάκη και Χρυσόστομος Λουκάς. Και ίσως θα ήταν χρήσιμο να θυμηθούμε πως η αληθινή ποίηση είναι η πλέον κατάλληλη να μιλήσει για την παράξενη εποχή μας. Και ότι σταθήκαμε τυχεροί που οι συνθέτες μας αγάπησαν την ποίηση και την έντυσαν με μουσική για να γίνει κτήμα όλων μας.

13 σχόλια:

Ναπoλέων είπε...

Νά 'σαι καλά που μάς τα θυμίζεις, που μάς τα μαθαίνεις.

Συμπληρώνω με το «άλλο» του Λειβαδίτη:

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Ενθάδε κείται κάποιος, που
ο φόβος οι άλλοι τί θα πουν
κι η επιθυμία ν' αρέσει
τόσο πολύ του κλέψανε
ό,τι είχε πιό δικό του
ώστε δεν μένει εδώ κανείς.

α-α-ε
Ν.

Σπίθας είπε...

Καλύτερα να κοιτάμε πίσω μας, τι μας άφησαν σπουδαίοι άνθρωποι.
Και να μην ξεχνάμε.
" Όποιος θυμάται πονάει και του βγαίνει το ένα μάτι.
Όποιος ξεχνάει είναι τυφλός, έβγαλε και τα δυο του μάτια."

ektoras είπε...

Τούτοι οι σπουδαίοι οι ασήμαντοι, δεν υπήρξαν ποιητές, μα προφήτες ενός μέλλοντος που δεν θα άντεχαν, ενός παρόντος που δεν αντέχεται

Την καλησπέρα μου

Aurangel είπε...

Όμορφα ποιήματα μα πιο πολύ λατρεύω τον Λειβαδίτη, έχει πρόσβαση στης ψύχης το μονοπάτι.
Angel kiss

Albus Genius είπε...

1oν Καλά έκανε και σε έπιασε το λυρικό σου, γιατί όχι. Το τελευταίο καιρό μούχει κολλήσει από τον Καρυωτάκη το δεύτερο δίστιχο της πρώτης στροφής από το ποίημα του "Πρέβεζα". "Θ άνατος είν' οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια." Ιδίως αυτό το κρεμμύδια είναι απόλυτα κολλημένο μέχρι ψυχίατρο θα χρειασθώ να το ξεκολλήσω. Για τον Τάσο Λειβαδίτη μια και εσύ έβαλες ένα απόσπασμα από τα προφητικά του να θυμήσω εγώ ένα απόσπασμα από τα ερωτικά του:

ΕΡΩΤΑΣ (απόσπασμα)

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν απ’ τον εαυτό τους,

δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε

σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι,

βγάλανε μια κραυγή,

σαν ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα,

κάπου μακριά.

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκκαλα

ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.

Λωτοφάγος είπε...

@ Η προσθήκη σου, Ναπολέων, υπενθυμίζει και κάτι που οφείλουμε να έχουμε πάντα κατά νου: πως οι ποιητές γίνονται μεγάλοι και πανανθρώπινοι μόνο όταν πονέσουν και ματώσουν. Μόνο όταν "αμαρτήσουν" και λασπωθούν μπορούν να ανέβουν στον ουρανό. Αποστειρωμένη τέχνη δεν υπάρχει.

Λωτοφάγος είπε...

@ Πολύ σωστά τα λες, Σπίθα.
Για δεκαετίες το κωστοπούλειο λάιφ στάιλ δεν ήθελε να θυμόμαστε. Βολεύει ο πολτός: εξουσιάζεις πιο εύκολα!

Λωτοφάγος είπε...

@ Να μην ξεχνάμε και τον "καταραμένο" Ρεμπώ, Έκτορα, που μέχρι τα 20 του χρόνια είχε ήδη προβλέψει τους παγκόσμιους πολέμους που θα ακολουθούσαν!
Δεν ξέρω αν θα άντεχαν την εποχή μας. Πάντως δεν θα σιωπούσαν.

Λωτοφάγος είπε...

@ Ναι, γιατί πόνεσε, Aurangel!
Καλώς ήρθες.

Λωτοφάγος είπε...

@ Πολύ όμορφο, Albus Geniue.
Πού είναι οι αληθινοί ποιητές σήμερα; Οι διανοούμενοι;
Μέχρι και εκείνον τον ταλαίπωρο τον Μάνο Ελευθερίου τον σέρνουν από εκδήλωση σε εκδήλωση!

Albus Genius είπε...

Μα θέλει και πηγαίνει.Πρέπει λίγο να ξέρεις πότε να φεύγεις, αλλά στα έσχατα σε πιάνει μια τάση να πείσεις τον εαυτό σου ότι κάτι έκανες, για αυτό δεν κατηγορώ κανέναν.

Albus Genius είπε...

Α! για τους ποιητές και τους διανοούμενους δεν σου είπα.

Είναι Κ Ρ Υ Μ Μ Ε Ν Ο Ι όχι από φόβο.

Λωτοφάγος είπε...

@ Έχεις δίκιο, Albus Genius. Στην τελική, δεν μπορούμε να προστατέψουμε ούτε τον Μίκη ούτε τον Ελευθερίου από τον ματαιόδοξο εαυτό τους.
Και θυμάμαι τον μεγάλο ιστορικό ερευνητή Κυριάκο Σιμόπουλο που αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη ακόμη και σε δημοσιογράφους που εκτιμούσε, για να μην προδώσει το έργο του.
Ή τον Αρκά με το δηλητηριώδες χιούμορ του που κρατά την αληθινή του ταυτότητα μυστική για να μην μπλέξει ούτε αυτός με τη "συνάφεια" του πλήθους.
"Οι ελεύθεροι κι ωραίοι" ζουν "στα τείχη που έχει κτίσει ο καθένας για να ζήσει τις μεγάλες του στιγμές", όπως λέει ο Ποιητής.